Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mislead
01
παραπλανώ, εξαπατώ
to cause someone to believe something that is not true, typically by lying or omitting important information
Transitive: to mislead sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mislead
γ΄ ενικό πρόσωπο
misleads
ενεστώτα μετοχή
misleading
απλός αόριστος
misled
παθητική μετοχή
misled
Παραδείγματα
The politician misled the public about their intentions for the new policy.
Ο πολιτικός παραπλάνησε το κοινό σχετικά με τις προθέσεις τους για τη νέα πολιτική.
02
παραπλανώ, εξαπατώ
to guide someone or something in the wrong direction
Transitive: to mislead sb
Παραδείγματα
The unclear instructions misled him, causing him to take the wrong turn.
Οι ασαφείς οδηγίες τον παραπλάνησαν, κάνοντάς τον να πάρει λάθος στροφή.
Λεξικό Δέντρο
mislead
lead



























