Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mismanage
01
κακή διαχείριση, ανεπαρκής διαχείριση
to inadequately direct something due to negligence or poor decision-making
Παραδείγματα
Officials are mismanaging recovery funds allocated for disaster relief.
Οι υπάλληλοι κακοδιαχειρίζονται τα κονδύλια ανάκαμψης που διατέθηκαν για την καταπολέμηση των καταστροφών.
Λεξικό Δέντρο
mismanage
manage



























