midsummer
mid
ˈmɪd
mid
su
ˌsʌ
sa
mmer

Ορισμός και σημασία του "midsummer"στα αγγλικά

01

μέσο καλοκαιριού, ακμή του καλοκαιριού

the middle part of summer when it is hottest 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The joyous celebrations of midsummer echoed through the quaint village, where families gathered to revel in the warmth of the season. 

Οι χαρούμενες γιορτές του μεσοκαλοκαιριού αντηχούσαν στο γραφικό χωριό, όπου οι οικογένειες συγκεντρώθηκαν για να γλεντήσουν τη ζεστασιά της εποχής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

midsummer

mid

+

summer

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store