Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
astonished
01
κατάπληκτος, έκπληκτος
feeling very surprised or impressed, especially because of an unexpected event
Παραδείγματα
Astonished by their generosity, she thanked them repeatedly.
Εκπληκτη από την γενναιοδωρία τους, τους ευχαρίστησε επανειλημμένα.
Λεξικό Δέντρο
astonished
astonish



























