Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
astonished
01
κατάπληκτος, έκπληκτος
feeling very surprised or impressed, especially because of an unexpected event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most astonished
συγκριτικός βαθμός
more astonished
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, reaction, surprise
Παραδείγματα
The audience sat in astonished silence after the magician's incredible trick.
Το κοινό κάθισε σε έκπληκτη σιωπή μετά το απίστευτο κόλπο του μάγου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
astonished
astonish



























