merry
me
ˈmɛ
me
rry
ri
ri
mercymarry

Ορισμός και σημασία του "merry"στα αγγλικά

01

χαρούμενος, ευτυχισμένος

full of enjoyment and happiness 
merry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
merriest
συγκριτικός βαθμός
merrier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt merry and carefree as she danced under the stars with her friends. 

Ένιωθε χαρούμενη και ανέμελη καθώς χόρευε κάτω από τα αστέρια με τους φίλους της.

02

χαρούμενος, ευδιάθετος

full of joy or lightheartedness, often associated with celebration or festive occasions 
Παραδείγματα
We had a merry New Year's celebration with fireworks and laughter. 

Είχαμε μια χαρούμενη γιορτή Πρωτοχρονιάς με πυροτεχνήματα και γέλιο.

03

χαρούμενος, ζωηρός

lively in movement or action 
Παραδείγματα
The hikers set off at a merry pace, eager to reach the summit. 

Οι πεζοπόροι ξεκίνησαν με ζωηρό ρυθμό, ανυπόμονοι να φτάσουν στην κορυφή.

04

ευδιάθετος, χαρούμενος

lightly drunk, typically in a joyful way 
Παραδείγματα
After a few drinks, they all felt merry and enjoyed the evening with laughter and songs. 

Μετά από μερικά ποτά, όλοι ένιωθαν ευδιάθετοι και απολάμβαναν το βράδυ με γέλια και τραγούδια.

Λεξικό Δέντρο

merrily
merriness
merry
merr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store