mescaline
Pronunciation
/ˈmɛskəˌɫin/

Ορισμός και σημασία του "mescaline"στα αγγλικά

01

μεσκαλίνη, πεγιότ

a drug found in some cacti that can make people see and feel things that are not real
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She regrets experimenting with mescaline due to its intense hallucinogenic properties.
Μετανιώνει που πειραματίστηκε με την μεσκαλίνη λόγω των έντονων παραισθητικών της ιδιοτήτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store