Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mescaline
01
μεσκαλίνη, πεγιότ
a drug found in some cacti that can make people see and feel things that are not real
Παραδείγματα
She regrets experimenting with mescaline due to its intense hallucinogenic properties.
Μετανιώνει που πειραματίστηκε με την μεσκαλίνη λόγω των έντονων παραισθητικών της ιδιοτήτων.



























