Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Menace
01
απειλή, κίνδυνος
something that feels like it could cause harm or trouble, making people worried or uneasy
Παραδείγματα
The dark alleyway had an eerie menace about it, deterring pedestrians from venturing further.
Το σκοτεινό σοκάκι είχε μια ανατριχιαστική απειλή, αποθαρρύνοντας τους πεζούς από το να προχωρήσουν περισσότερο.
02
απειλή, κίνδυνος
someone or something that causes or is likely to cause danger or damage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
menaces
Παραδείγματα
The increasing pollution in the river is a serious menace to the local wildlife.
Η αυξανόμενη ρύπανση του ποταμού αποτελεί σοβαρή απειλή για την τοπική άγρια ζωή.
03
απειλή, μιασμα
a person or thing that causes trouble or annoyance
ανεπίσημο
Παραδείγματα
The dog next door is a menace.
Ο σκύλος δίπλα είναι μια απειλή.
to menace
01
απειλώ
to display or indicate an intention to cause harm, often through threatening behavior or actions
Transitive: to menace sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
menace
γ΄ ενικό πρόσωπο
menaces
ενεστώτα μετοχή
menacing
απλός αόριστος
menaced
παθητική μετοχή
menaced
Παραδείγματα
The criminal menaced the store clerk with a knife, demanding all the money.
Ο εγκληματίας απείλησε τον υπάλληλο του καταστήματος με μαχαίρι, απαιτώντας όλα τα χρήματα.
02
απειλώ
to be a possible danger to someone or something
Transitive: to menace sth
Παραδείγματα
The dark clouds on the horizon began to menace the outdoor event.
Τα σκοτεινά σύννεφα στον ορίζοντα άρχισαν να απειλούν την εκδήλωση σε εξωτερικό χώρο.
03
απειλώ, εκφοβίζω
to behave in a way that suggests harm or danger
Intransitive
Παραδείγματα
The dark clouds menaced overhead, warning of an approaching thunderstorm.
Οι σκοτεινές σύννεφα απειλούσαν ψηλά, προειδοποιώντας για μια επερχόμενη καταιγίδα.



























