melancholy
me
ˈmɛ
me
lan
lən
lēn
cho
ly
li
li

Ορισμός και σημασία του "melancholy"στα αγγλικά

01

μελαγχολία, θλίψη

a feeling of long-lasting sadness that often cannot be explained 
melancholy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
melancholies
Παραδείγματα
She couldn't shake off the melancholy that lingered after saying goodbye to her childhood home. 

Δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί τη μελαγχολία που παρέμεινε αφού αποχαιρέτησε το σπίτι της παιδικής της ηλικίας.

02

μελαγχολία, μαύρη χολή

one of the four bodily humours thought to affect health and personality 
Παραδείγματα
The Greeks believed that a person with too much melancholy, or black bile, would experience sadness and depression. 

Οι Έλληνες πίστευαν ότι ένα άτομο με υπερβολική μελαγχολία, ή μαύρη χολή, θα βίωνε θλίψη και κατάθλιψη.

melancholy
01

μελαγχολικός, θλιμμένος

showing a deep sense of sadness or sorrow 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most melancholy
συγκριτικός βαθμός
more melancholy
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt melancholy on rainy days, reminiscing about past memories and lost opportunities. 

Αισθανόταν μελαγχολία στις βροχερές μέρες, θυμόμενη παρελθοντικές αναμνήσεις και χαμένες ευκαιρίες.

02

μελαγχολικός, θλιμμένος

having a feeling of sadness or sorrow 
Παραδείγματα
The melancholy music echoed through the empty room, adding to the somber mood. 

Η μελαγχολική μουσική ηχούσε στο άδειο δωμάτιο, προσθέτοντας στη σκοτεινή ατμόσφαιρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store