Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
meanly
Παραδείγματα
They survived meanly on simple meals and little comfort.
Επιβίωσαν ταπεινά με απλά γεύματα και λίγη άνεση.
02
τσιγκούνικα, φτωχά
poorly or in an inferior manner
03
εξευτελιστικά, άτιμα
in a despicable, ignoble manner
04
κακεντρέχεια, με κακότροπο τρόπο
in a nasty ill-tempered manner
Λεξικό Δέντρο
meanly
mean



























