Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maximally
01
μέγιστα, στο μέγιστο βαθμό
to the greatest or highest possible degree or extent
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The engine was maximally efficient under those conditions.
Ο κινητήρας ήταν μέγιστα αποδοτικός υπό αυτές τις συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
maximally
maximal
maxim



























