Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maximally
01
μέγιστα, στο μέγιστο βαθμό
to the greatest or highest possible degree or extent
Παραδείγματα
The player was maximally focused during the final moments of the match.
Ο παίκτης ήταν μέγιστα συγκεντρωμένος κατά τις τελευταίες στιγμές του αγώνα.
Λεξικό Δέντρο
maximally
maximal
maxim



























