mantelpiece
man
ˈmæn
mān
tel
təl
tēl
piece
ˌpi:s
pis
mantlepiece

Ορισμός και σημασία του "mantelpiece"στα αγγλικά

01

ράφι τζακιού, κορνίζα τζακιού

a shelf that is made of wood or stone and is above a fireplace 
mantelpiece definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mantelpieces
Παραδείγματα
The family portrait hung proudly above the mantelpiece, capturing cherished memories for generations to come. 

Η οικογενειακή πορτρέτα κρεμόταν με υπερηφάνεια πάνω από το τζάκι, καταγράφοντας πολύτιμες αναμνήσεις για τις επόμενες γενιές.

Λεξικό Δέντρο

mantelpiece

mantel

+

piece

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store