Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mantlepiece
01
ράφι τζακιού, προεξοχή τζακιού
shelf that projects from wall above fireplace
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mantelpieces
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mantlepiece
mantle
piece



























