Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mantrap
01
παγίδα ανδρών, μοιραία γυναίκα
a very attractive or seductive looking woman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mantraps
θηλυκό ενικό
mantrap
neutral form
attractive person
02
παγίδα για εισβολείς, παγίδα για παραβάτες
a trap for catching trespassers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mantrap
man
trap



























