Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manual
01
εγχειρίδιο, οδηγός
a book that provides instructions or guidance for operating, maintaining, repairing, or assembling a product or system
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manuals
02
εγχειρίδιο, άσκηση
(military) a prescribed drill in handling a rifle
03
χειροκίνητο, χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων
a vehicle operated or controlled by physical effort, typically involving a gearshift and clutch mechanism rather than automatic controls
Παραδείγματα
He preferred the feeling of control that came with driving manual.
Προτιμούσε την αίσθηση ελέγχου που συνόδευε την οδήγηση με χειροκίνητο κιβώτιο ταχυτήτων.
manual
01
χειροκίνητος, με το χέρι
requiring or involving personal effort, especially physical effort, as opposed to being automatic or effortless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car comes with both automatic and manual transmission options.
Το αυτοκίνητο έρχεται με επιλογές αυτόματου και χειροκίνητου κιβωτίου ταχυτήτων.
02
χειροκίνητος, με το χέρι
related to or involve the use of the hands, rather than by machines or automation
Παραδείγματα
Manual labor involves physical work done by hand, such as construction or gardening.
Η χειρωνακτική εργασία περιλαμβάνει σωματική εργασία που γίνεται με το χέρι, όπως η κατασκευή ή η κηπουρική.
03
χειροκίνητος, σωματικός
doing or requiring physical work



























