Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mantel
01
περβάζι τζακιού, τζάκι
a shelf located above a fireplace, typically included in a frame that surrounds it
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mantels
Παραδείγματα
She lit the candles on the mantel, creating a warm and cozy ambiance in the room.
Άναψε τα κεριά στο παρεκκλήσι, δημιουργώντας μια ζεστή και άνετη ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
overmantel
mantel



























