mantel
man
ˈmæn
μαιν
tel
təl
ταλ
mantle

Ορισμός και σημασία του "mantel"στα αγγλικά

01

περβάζι τζακιού, τζάκι

a shelf located above a fireplace, typically included in a frame that surrounds it 
Dialectamerican flagAmerican
mantel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mantels
Παραδείγματα
She lit the candles on the mantel, creating a warm and cozy ambiance in the room. 

Άναψε τα κεριά στο παρεκκλήσι, δημιουργώντας μια ζεστή και άνετη ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overmantel
mantel
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store