Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mandatory
01
υποχρεωτικός, απαιτούμενος
ordered or required by a rule or law
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Attending the annual general meeting is mandatory for all shareholders.
Η συμμετοχή στην ετήσια γενική συνέλευση είναι υποχρεωτική για όλους τους μετόχους.
Mandatory
01
εντολέας, εντολοδόχος δύναμη
a person, organization, or state entrusted with governing a territory under a mandate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mandatories
Παραδείγματα
The territory remained under the mandatory's control until independence.
Η επικράτεια παρέμεινε υπό τον έλεγχο του εντολέα μέχρι την ανεξαρτησία.
Λεξικό Δέντρο
mandatorily
nonmandatory
mandatory
mand



























