mandatory
man
ˈmæn
mān
da
to
ry
ri
ri
mandatary

Ορισμός και σημασία του "mandatory"στα αγγλικά

01

υποχρεωτικός, απαιτούμενος

ordered or required by a rule or law 
mandatory definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Wearing a face mask in public places is mandatory to prevent the spread of the virus. 

Η χρήση μάσκας σε δημόσιους χώρους είναι υποχρεωτική για την πρόληψη της εξάπλωσης του ιού.

01

εντολέας, εντολοδόχος δύναμη

a person, organization, or state entrusted with governing a territory under a mandate 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mandatories
Παραδείγματα
The mandatory was responsible for overseeing the colony's administration. 

Ο εντολέας ήταν υπεύθυνος για την εποπτεία της διοίκησης της αποικίας.

Λεξικό Δέντρο

mandatorily
nonmandatory
mandatory
mand
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store