Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maiden
01
παρθένος, ανύπαντρη
describing an unmarried girl or woman
Παραδείγματα
She lived in the quaint cottage on the hill, known to all as the village's maiden spinster.
Ζούσε στο γραφικό cottage στο λόφο, γνωστή σε όλους ως η παρθένα γεροντοκόρη του χωριού.
02
πρώτος, πρωτότοκος
marking the very first occurrence or introduction of an event, action, or creation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The athlete won gold in his maiden appearance at the Olympic Games.
Ο αθλητής κέρδισε χρυσό στην πρώτη του εμφάνιση στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Maiden
01
παρθένα, κοπέλα
an unmarried girl (especially a virgin)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maidens
02
ένα over χωρίς πόντους, παρθενικό over
(cricket) an over in which no runs are scored



























