Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maidservant
01
υπηρέτρια, οικιακή βοηθός
a female domestic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maidservants
Λεξικό Δέντρο
maidservant
maid
servant



























