maidhood
maid
ˈmeɪd
meid
hood
hʊd
hood
maidenhood

Ορισμός και σημασία του "maidhood"στα αγγλικά

01

παιδική ηλικία κοριτσιού, νεανική ηλικία κοπέλας

the childhood of a girl 
maidhood definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store