maiden
mai
ˈmeɪ
mei
den
dən
dēn
madden

Ορισμός και σημασία του "maiden"στα αγγλικά

01

παρθένος, ανύπαντρη

describing an unmarried girl or woman 
maiden definition and meaning
Παραδείγματα
The maiden aunt dedicated herself to her career, finding fulfillment in her independence. 

Η ανύπαντρη θεία αφιερώθηκε στην καριέρα της, βρίσκοντας ικανοποίηση στην ανεξαρτησία της.

02

πρώτος, πρωτότοκος

marking the very first occurrence or introduction of an event, action, or creation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
events, initiation, novelty
Παραδείγματα
The ship set sail on its maiden voyage across the Atlantic. 

Το πλοίο ξεκίνησε το πρώτο του ταξίδι διασχίζοντας τον Ατλαντικό.

01

παρθένα, κοπέλα

an unmarried girl (especially a virgin) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
maidens
αρσενικό ενικό
bachelor
θηλυκό ενικό
maiden
neutral form
unmarried person
02

ένα over χωρίς πόντους, παρθενικό over

(cricket) an over in which no runs are scored 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store