luculent
Pronunciation
/lˈʌkjʊlənt/

Ορισμός και σημασία του "luculent"στα αγγλικά

01

σαφής, κατανοητός

expressed in a way that is easy to comprehend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most luculent
συγκριτικός βαθμός
more luculent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He made a luculent presentation that everyone in the audience could grasp.
Έκανε μια σαφή παρουσίαση που όλοι στο κοινό μπορούσαν να καταλάβουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store