Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
longitudinally
01
κατά μήκος, προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης διάστασης
in the direction of the longest dimension
Παραδείγματα
The road curves longitudinally along the riverbank, following its natural path.
Ο δρόμος κατά μήκος της όχθης του ποταμού, ακολουθώντας τη φυσική του διαδρομή.
02
κατά μήκος, διαμήκως
in a direction running lengthwise from north to south or along the vertical axis of an area
Παραδείγματα
The satellite scanned the earth longitudinally, capturing data in vertical bands.
Ο δορυφόρος σάρωσε τη γη κατά μήκος, καταγράφοντας δεδομένα σε κάθετες ζώνες.
03
κατά μήκος, για μια μεγάλη χρονική περίοδο
over an extended period, especially in studies or observations tracking change or development
Παραδείγματα
The study followed the children longitudinally, from preschool through high school.
Η μελέτη ακολούθησε τα παιδιά κατά μήκος, από το νηπιαγωγείο μέχρι το λύκειο.
Λεξικό Δέντρο
longitudinally
longitudinal



























