Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
longitudinally
01
κατά μήκος, προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης διάστασης
in the direction of the longest dimension
Παραδείγματα
The ship sailed longitudinally along the coast, covering vast distances.
Το πλοίο ταξίδεψε κατά μήκος της ακτής, καλύπτοντας τεράστιες αποστάσεις.
02
κατά μήκος, διαμήκως
in a direction running lengthwise from north to south or along the vertical axis of an area
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The islands were mapped longitudinally to determine their position relative to the prime meridian.
Τα νησιά χαρτογραφήθηκαν κατά μήκος για να καθοριστεί η θέση τους σε σχέση με τον πρώτο μεσημβρινό.
03
κατά μήκος, για μια μεγάλη χρονική περίοδο
over an extended period, especially in studies or observations tracking change or development
Παραδείγματα
The participants were studied longitudinally to track behavioral changes over years.
Οι συμμετέχοντες μελετήθηκαν κατά μήκος για την παρακολούθηση των αλλαγών στη συμπεριφορά τους εντός ετών.
Λεξικό Δέντρο
longitudinally
longitudinal



























