Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
longitudinal
01
διαμήκης, κατά τη διαμήκη κατεύθυνση
extending in the lengthwise direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The highway featured a longitudinal design, stretching for miles in a straight line across the expansive landscape.
Ο αυτοκινητόδρομος είχε ένα διαμήκη σχέδιο, εκτείνοντας για μίλια σε ευθεία γραμμή μέσα από το εκτεταμένο τοπίο.
02
διαμήκης, σχετικός με τις γραμμές του γεωγραφικού μήκους
of or relating to lines of longitude
03
διαμήκης, για εκτεταμένο χρονικό διάστημα
over an extended time
Λεξικό Δέντρο
longitudinally
longitudinal



























