longitudinal
lon
ˌlɒn
lon
gi
gi
tu
ˈtju:
tyoo
di
di
nal
nəl
nēl
latitudinalattitudinal

Ορισμός και σημασία του "longitudinal"στα αγγλικά

longitudinal
01

διαμήκης, κατά τη διαμήκη κατεύθυνση

extending in the lengthwise direction 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The highway featured a longitudinal design, stretching for miles in a straight line across the expansive landscape. 

Ο αυτοκινητόδρομος είχε ένα διαμήκη σχέδιο, εκτείνοντας για μίλια σε ευθεία γραμμή μέσα από το εκτεταμένο τοπίο.

02

διαμήκης, σχετικός με τις γραμμές του γεωγραφικού μήκους

of or relating to lines of longitude 
03

διαμήκης, για εκτεταμένο χρονικό διάστημα

over an extended time 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store