longitudinal
lon
ˌlɑn
λαν
gi
ʤə
τζα
tu
ˈtu
του
di
ντα
nal
nəl
ναλ
British pronunciation
/lˈɒnd‍ʒɪtjˌuːdɪnə‍l/

Ορισμός και σημασία του "longitudinal"στα αγγλικά

longitudinal
01

διαμήκης, κατά τη διαμήκη κατεύθυνση

extending in the lengthwise direction
example
Παραδείγματα
The longitudinal stripes on the zebra's coat provide camouflage in its natural habitat by blending with the tall grass.
Οι διαμήκεις ρίγες στο τρίχωμα της ζέβρας παρέχουν καμουφλάζ στο φυσικό της περιβάλλον αναμειγνύοντας με το ψηλό γρασίδι.
02

διαμήκης, σχετικός με τις γραμμές του γεωγραφικού μήκους

of or relating to lines of longitude
03

διαμήκης, για εκτεταμένο χρονικό διάστημα

over an extended time
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store