Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
logical
01
λογικός, ορθολογικός
based on clear reasoning or sound judgment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most logical
συγκριτικός βαθμός
more logical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His argument was clear and logical, making it easy for everyone to understand and agree with his point of view.
Το επιχείρημά του ήταν σαφές και λογικό, κάνοντας εύκολο για όλους να κατανοήσουν και να συμφωνήσουν με την άποψή του.
Παραδείγματα
The instructions were logical, guiding us step by step.
Οι οδηγίες ήταν λογικές, μας καθοδηγούσαν βήμα βήμα.
03
λογικός, εποικοδομητικός
(of a person) able to think clearly and make decisions based on reason
Παραδείγματα
He is a logical thinker, always approaching problems with a clear plan.
Είναι ένας λογικός στοχαστής, πάντα προσεγγίζει τα προβλήματα με ένα σαφές σχέδιο.
Λεξικό Δέντρο
illogical
logicality
logically
logical
logic



























