logical
lo
ˈlɒ
lo
gi
ʤɪ
ji
cal
kəl
kēl
pedagogical

Ορισμός και σημασία του "logical"στα αγγλικά

01

λογικός, ορθολογικός

based on clear reasoning or sound judgment 
logical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most logical
συγκριτικός βαθμός
more logical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His argument was clear and logical, making it easy for everyone to understand and agree with his point of view. 

Το επιχείρημά του ήταν σαφές και λογικό, κάνοντας εύκολο για όλους να κατανοήσουν και να συμφωνήσουν με την άποψή του.

02

λογικός, ορθολογικός

arranged in a clear, orderly manner, making it easy to follow or understand 
Παραδείγματα
The instructions were logical, guiding us step by step. 

Οι οδηγίες ήταν λογικές, μας καθοδηγούσαν βήμα βήμα.

03

λογικός, εποικοδομητικός

(of a person) able to think clearly and make decisions based on reason 
Παραδείγματα
He is a logical thinker, always approaching problems with a clear plan. 

Είναι ένας λογικός στοχαστής, πάντα προσεγγίζει τα προβλήματα με ένα σαφές σχέδιο.

Λεξικό Δέντρο

illogical
logicality
logically
logical
logic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store