logging
lo
ˈlɒ
lo
gging
gɪng
ging
lagginglodginglegginglonging

Ορισμός και σημασία του "logging"στα αγγλικά

01

υλοτομία, καταστροφή δασών

the act of cutting down trees to use their wood 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Logging in the area has led to widespread deforestation and loss of biodiversity. 

Η υλοτομία στην περιοχή έχει οδηγήσει σε ευρεία αποψίλωση και απώλεια βιοποικιλότητας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

logging
log
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store