loathsome
loath
ˈləʊθ
lewth
some
sʌm
sam

Ορισμός και σημασία του "loathsome"στα αγγλικά

01

απεχθής, μισήσιμος

causing intense disgust or hatred 
loathsome definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most loathsome
συγκριτικός βαθμός
more loathsome
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His loathsome actions, filled with deceit and cruelty, left a lasting impact on the community. 

Οι απεχθείς πράξεις του, γεμάτες εξαπάτηση και σκληρότητα, άφησαν μια διαρκή επίδραση στην κοινότητα.

02

αηδιαστικός, προκαλεί ναυτία

causing or able to cause nausea 

Λεξικό Δέντρο

loathsomeness
loathsome
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store