lifestyle
Pronunciation
/ˈɫaɪfˌstaɪɫ/

Ορισμός και σημασία του "lifestyle"στα αγγλικά

01

τρόπος ζωής, στυλ ζωής

a type of life that a person or group is living
lifestyle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lifestyles
Παραδείγματα
They embraced a rural lifestyle, enjoying the peace and quiet of the countryside.
Υιοθέτησαν ένα αγροτικό τρόπο ζωής, απολαμβάνοντας την ηρεμία και την ησυχία της ύπαιθρου.

Λεξικό Δέντρο

lifestyle

life

+

style

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store