Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lifesaving
01
διασώσεις, επιζώντες
saving the lives of drowning persons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
lifesaving
01
σώζων ζωές, διασώστικος
relating to actions or treatments that save lives in emergency or critical situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
lifesaving
lifesav



























