lifesaving
Pronunciation
/ˈɫaɪfˌseɪvɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "lifesaving"στα αγγλικά

01

διασώσεις, επιζώντες

saving the lives of drowning persons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
lifesaving
01

σώζων ζωές, διασώστικος

relating to actions or treatments that save lives in emergency or critical situations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store