lifer
Pronunciation
/ˈɫaɪfɝ/

Ορισμός και σημασία του "lifer"στα αγγλικά

01

ισόβιος κρατούμενος, καταδικασμένος σε ισόβια

a prisoner who must stay in prison for life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lifers
Παραδείγματα
The lifer appealed for parole after decades in incarceration, citing good behavior and rehabilitation.
Ο ισόβιος κρατούμενος έκανε έφεση για αποφυλάκιση μετά από δεκαετίες στη φυλακή, επικαλούμενος καλή συμπεριφορά και αποκατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store