Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lifework
01
έργο ζωής, δουλειά μιας ζωής
a person's entire career, accomplishments, and dedicated efforts throughout their lifetime
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lifeworks
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lifework
life
work



























