Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lessened
01
μειωμένος, αποδυναμωμένος
impaired by diminution
02
μειωμένος, μετριοπαθής
reducing the severity or harshness of a situation or condition
Παραδείγματα
The lessened workload during the holiday season allowed employees to enjoy a more relaxed work environment.
Το μειωμένο φόρτο εργασίας κατά τη διάρκεια των διακοπών επέτρεψε στους εργαζόμενους να απολαύσουν ένα πιο χαλαρό εργασιακό περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
lessened
lessen



























