Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lessen
01
μειώνω, ελαττώνω
to become smaller in extent, size, or range
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lessen
γ΄ ενικό πρόσωπο
lessens
ενεστώτα μετοχή
lessening
απλός αόριστος
lessened
παθητική μετοχή
lessened
Παραδείγματα
By the end of the project, the noise pollution in the area will have lessened due to the new regulations.
Μέχρι το τέλος του έργου, η ηχορύπανση στην περιοχή θα έχει μειωθεί λόγω των νέων κανονισμών.
02
μειώνω, ελαττώνω
to reduce the amount or degree of something
Transitive: to lessen degree of something
Παραδείγματα
Clearing debris from the road can lessen the risk of accidents and improve traffic flow.
Ο καθαρισμός των συντριμμιών από τον δρόμο μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο ατυχημάτων και να βελτιώσει τη ροή της κυκλοφορίας.
Λεξικό Δέντρο
lessened
lessening
lessen



























