leeward
leeward
'li:wəd
livēd
seaward

Ορισμός και σημασία του "leeward"στα αγγλικά

01

πλευρά προς τον υπήνεμο, πλευρά προστατευμένη από τον άνεμο

the side of something that is sheltered from the wind 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
leewards
02

υποήνεμος πλευρά

the direction in which the wind is blowing 
01

υποήνεμος, προστατευμένος από τον άνεμο

on the side away from the wind 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
navigation, geography, weather
01

προς την υπήνεμη πλευρά, προς την κατεύθυνση της υπήνεμης πλευράς

in a direction or position away from the wind 
γραμματικές πληροφορίες
adverb of place
Παραδείγματα
The sailboat is currently drifting leeward due to the calm winds. 

Το ιστιοπλοϊκό παρασύρεται προς κατάντη λόγω των ήρεμων ανέμων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store