leer
leer
lɪr
λιρ
/lˈi‍ə/

Ορισμός και σημασία του "leer"στα αγγλικά

to leer
01

κοιτάζω ή χαμογελώ σε κάποιον με έναν δυσάρεστο ή υπονοούμενο τρόπο, κάνω υπονοούμενα βλέμματα ή χαμόγελα

to look or smile at someone in an unpleasant or suggestive way
to leer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
leer
γ΄ ενικό πρόσωπο
leers
ενεστώτα μετοχή
leering
απλός αόριστος
leered
παθητική μετοχή
leered
01

λαγνευτικό βλέμμα, υπονοούμενο χαμόγελο

an unpleasant or suggestive look or smile
leer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leers
02

έκφραση προσώπου περιφρόνησης, κύρτωση του άνω χείλους

a facial expression of contempt or scorn; the upper lip curls

Λεξικό Δέντρο

leering
leer
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store