ledge
ledge
lɛʤ
lej
lodge

Ορισμός και σημασία του "ledge"στα αγγλικά

01

προεξοχή, παρέδα

a thin, shelf-like projection extending horizontally from a vertical face such as a wall or cliff 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ledges
Παραδείγματα
The cat settled comfortably on the window ledge to watch people passing below. 

Η γάτα κάθισε άνετα στο περβάζι του παραθύρου για να παρακολουθεί τους ανθρώπους που περνούσαν από κάτω.

02

βυθισμένο ράφι βράχου, βυθισμένη προεξοχή

a submerged, shelf-like ridge of rock or sediment lying just beneath the water's surface near shore 
Παραδείγματα
Snorkelers drifted above the ledge, marveling at the schools of fish darting below. 

Οι εξερευνητές με αναπνευστήρα επιπλέουν πάνω από το προεξοχή, θαυμάζοντας τα σχοινία των ψαριών που κινούνται γρήγορα από κάτω.

03

νομοθετική συνέλευση, επαρχιακό κοινοβούλιο

(Canada) the building where a provincial or territorial legislature meets 
αργκό
Παραδείγματα
The protest took place outside the ledge. 

Η διαμαρτυρία πραγματοποιήθηκε έξω από το κτίριο της επαρχιακής νομοθετικής συνέλευσης.

04

ομάδα επαρχιακής βουλής, νομοθετική συνέλευση επαρχίας

(Canada) the group of elected officials in a provincial or territorial legislature 
αργκό
Παραδείγματα
The ledge passed a new education bill. 

Η ομάδα των εκλεγμένων αξιωματούχων ψήφισε ένα νέο νομοσχέδιο για την εκπαίδευση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store