Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leader
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
leaders
Παραδείγματα
The company’s leader implemented a new strategy to boost productivity.
Ο ηγέτης της εταιρείας εφάρμοσε μια νέα στρατηγική για την αύξηση της παραγωγικότητας.
02
προϊόν δέλεαρ, άρθρο δέλεαρ
a featured article of merchandise sold at a loss in order to draw customers
03
ηγέτης, πρώτος παίκτης
the first player to play a card in a trick, typically the player who played the first card of the first trick of the game or the player who won the previous trick
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
leadership
misleader
leader
lead



























