lead-in
Pronunciation
/lˈiːdˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "lead-in"στα αγγλικά

01

καλώδιο σύνδεσης, καλώδιο κεραίας

wire connecting an antenna to a receiver or a transmitter to a transmission line
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lead-ins
02

εισαγωγή, προοίμιο

an introductory section or opening statement that sets up or provides context for what follows
Παραδείγματα
The lead-in in that novel made it clear the story would be suspenseful.
Το εισαγωγικό μέρος σε εκείνο το μυθιστόρημα έκανε σαφές ότι η ιστορία θα ήταν γεμάτη αγωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store