Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay out
01
διατάσσω, σχεδιάζω
to design and arrange something according to a specific plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay out
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays out
ενεστώτα μετοχή
laying out
απλός αόριστος
laid out
παθητική μετοχή
laid out
Παραδείγματα
The interior designer laid the furniture out in the room to create a cozy and inviting atmosphere.
Ο εσωτερικός σχεδιαστής διέταξε τα έπιπλα στο δωμάτιο για να δημιουργήσει μια ζεστή και φιλόξενη ατμόσφαιρα.
02
απλώνω, τακτοποιώ
to arrange something in a flat and open way so that it is easily visible and accessible
Παραδείγματα
The mother laid the clothes out on the bed so that her children could choose what to wear.
Η μητέρα άπλωσε τα ρούχα στο κρεβάτι για να μπορούν τα παιδιά της να επιλέξουν τι θα φορέσουν.
03
εξηγώ, αναλύω λεπτομερώς
to explain something clearly and in detail
Παραδείγματα
The lawyer laid out the case for the jury, explaining the evidence and the arguments in detail.
Ο δικηγόρος έθεσε την υπόθεση στους ένορκους, εξηγώντας τις αποδείξεις και τα επιχειρήματα λεπτομερώς.
04
εκθέτω, παρουσιάζω
bring forward and present to the mind
05
ξοδεύω, πληρώνω
to spend a significant amount of money on something
Παραδείγματα
I'm not sure if I'm ready to lay out that much money for a new car.
Δεν είμαι σίγουρος αν είμαι έτοιμος να ξοδέψω τόσα πολλά χρήματα για ένα καινούριο αυτοκίνητο.
06
αχυρονομώ, ρίχνω αναίσθητο
to make someone unconscious with a blow
Παραδείγματα
The boxer laid his opponent out with a single punch to the jaw.
Ο πυγμάχος νόκ άουτ τον αντίπαλό του με ένα μόνο γροθιά στο σαγόνι.
07
προετοιμάζω, εκθέτω
to make a corpse ready for burial
Παραδείγματα
The family laid out their loved one in the living room so that they could say their goodbyes.
Η οικογένεια έθεσε τον αγαπημένο τους στο σαλόνι για να μπορέσουν να αποχαιρετήσουν.



























