Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay down
01
καθιερώνω, ορίζω
to officially state that something, such as a principle or rule must be obeyed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay down
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays down
ενεστώτα μετοχή
laying down
απλός αόριστος
laid down
παθητική μετοχή
laid down
Παραδείγματα
The judge laid the law down to the defendant, warning him of the consequences of his actions.
Ο δικαστής έθεσε τον νόμο στον κατηγορούμενο, προειδοποιώντας τον για τις συνέπειες των πράξεών του.
02
παραδίνομαι, καταθέτω τα όπλα
to stop trying or fighting, and admit defeat
Παραδείγματα
The soldiers laid their arms down and surrendered.
Οι στρατιώτες κατέθεσαν τα όπλα τους και παραδόθηκαν.
03
ξαπλώνω, τοποθετώ
to intentionally fall off a motorcycle to avoid a collision
Παραδείγματα
The rider laid down in the corner to avoid hitting the other rider.
Ο αναβάτης ξάπλωσε στη γωνία για να αποφύγει να χτυπήσει τον άλλο αναβάτη.
04
αφήνω, καταθέτω
to stop holding or using something
Παραδείγματα
The child laid her toy down to eat her dinner.
Το παιδί άφησε το παιχνίδι του για να φάει το δείπνο του.
05
παραιτούμαι, αφήνω
to resign or retire from a job, responsibility, or position
Παραδείγματα
The CEO laid his duties down after 20 years at the company.
Ο CEO παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του μετά από 20 χρόνια στην εταιρεία.
06
κατακάθιση, συσσωρεύω
to gradually gather and store something
Παραδείγματα
The sediment in the river laid a layer of silt down on the riverbed.
Τα ιζήματα στο ποτάμι κατέθεσαν ένα στρώμα ιλύος στον πυθμένα του ποταμού.



























