lawful
law
ˈlɔ:
λο
ful
fəl
φαλ
lapful

Ορισμός και σημασία του "lawful"στα αγγλικά

01

νόμιμος, νομικός

relating or conformable to the law or its administration 
lawful definition and meaning
Παραδείγματα
The police officer's actions were deemed lawful by the court. 

Οι ενέργειες του αστυνομικού κρίθηκαν νόμιμες από το δικαστήριο.

02

νόμιμος, νομικός

conformable to or allowed by law 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most lawful
συγκριτικός βαθμός
more lawful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, ethics, behavior
03

νόμιμος, νομικός

having a legally established claim 
04

νόμιμος, νομικός

according to custom or rule or natural law 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lawfully
lawfulness
unlawful
lawful
law
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store