Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to arrogate
01
σφετερίζομαι, καταλαμβάνω
to claim a right, title, or authority to something, often without proper justification
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
arrogate
γ΄ ενικό πρόσωπο
arrogates
ενεστώτα μετοχή
arrogating
απλός αόριστος
arrogated
παθητική μετοχή
arrogated
Παραδείγματα
In the absence of the manager, he arrogated the responsibility of making the final decision on the project.
Στην απουσία του διαχειριστή, αποκτούσε την ευθύνη της λήψης της τελικής απόφασης για το έργο.
02
σφετερίζομαι, καταλαμβάνω
to take control of something without any legal basis
Παραδείγματα
The new manager tried to arrogate authority beyond her official role, upsetting the team.
Ο νέος διευθυντής προσπάθησε να σφετεριστεί εξουσία πέρα από τον επίσημο ρόλο της, προκαλώντας αναστάτωση στην ομάδα.
03
σφετερίζομαι, καταλαμβάνω αδίκως
to wrongly claim or assume something that one does not rightfully possess
Λεξικό Δέντρο
arrogation
arrogator
arrogate
arrog



























