arroyo
a
ə
α
rroyo
ˈrɔɪəʊ
ροϊεου

Ορισμός και σημασία του "arroyo"στα αγγλικά

01

ένα συνήθως ξηρό ρέμα που μετά από μια βροχή γεμίζει προσωρινά και ρέει με νερό, ξηρό κοίτασμα ποταμού

a usually dry watercourse that after a heavy rain temporarily fills and flows with water 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
arroyos
Παραδείγματα
Wildlife in the area depended on the arroyo’s temporary waters for survival after the rains. 

Η άγρια ζωή στην περιοχή εξαρτιόταν από τα προσωρινά νερά του arroyo για να επιβιώσει μετά τις βροχές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store