lass
lass
lɑ:s
laas
massbassJasssass

Ορισμός και σημασία του "lass"στα αγγλικά

01

κορίτσι, νέα γυναίκα

a female child or young woman 
lass definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
lasses
αρσενικό ενικό
lad
θηλυκό ενικό
lass
neutral form
child
Παραδείγματα
The young lass skipped through the meadow, her laughter echoing in the air. 

Η νέα κοπέλα πήδηξε μέσα από το λιβάδι, το γέλιο της ηχούσε στον αέρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store