lass
lass
læs
λαισ
/lˈæs/

Ορισμός και σημασία του "lass"στα αγγλικά

01

κορίτσι, νέα γυναίκα

a female child or young woman
lass definition and meaning
Παραδείγματα
As a lass, she spent her summers exploring the countryside with her siblings.
Ως κοπέλα, πέρασε τα καλοκαίρια της εξερευνώντας την ύπαιθρο με τα αδέρφια της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store