Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arrant
01
πλήρης, ολοκληρωτικός
complete and utter, typically used to describe something negative or undesirable
Παραδείγματα
Despite the expert 's reassurances, the project was plagued by arrant failures and setbacks.
Παρά τις διαβεβαιώσεις του ειδικού, το έργο μάστιζε από ολοκληρωτικές αποτυχίες και αναποδιές.



























