to lambaste
lam
læm
lām
baste
ˈbeɪst
beist
harassedoutcastemiscastglassed

Ορισμός και σημασία του "lambaste"στα αγγλικά

to lambaste
01

κριτικάρω σφοδρά, δημοσίως επιπλήττω

to criticize or reprimand severely and publicly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lambaste
γ΄ ενικό πρόσωπο
lambastes
ενεστώτα μετοχή
lambasting
απλός αόριστος
lambasted
παθητική μετοχή
lambasted
Παραδείγματα
The journalist lambastes the government for its lack of transparency in the recent scandal. 

Ο δημοσιογράφος ασκεί σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για την έλλειψη διαφάνειας στο πρόσφατο σκάνδαλο.

02

δέρνω βάναυσα, ξυλοκοπώ

to beat violently 
Παραδείγματα
The gang tried to lambaste him in the alley. 

Η συμμορία προσπάθησε να τον lambaste στο δρομάκι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store