Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lambaste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lambaste
γ΄ ενικό πρόσωπο
lambastes
ενεστώτα μετοχή
lambasting
απλός αόριστος
lambasted
παθητική μετοχή
lambasted
Παραδείγματα
The journalist lambastes the government for its lack of transparency in the recent scandal.
Ο δημοσιογράφος ασκεί σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για την έλλειψη διαφάνειας στο πρόσφατο σκάνδαλο.
02
δέρνω βάναυσα, ξυλοκοπώ
to beat violently
Παραδείγματα
The gang tried to lambaste him in the alley.
Η συμμορία προσπάθησε να τον lambaste στο δρομάκι.



























