lamb chop
lamb
læm
λαιμ
chop
ʧɑ:p
τσαπ
/lˈam tʃˈɒp/
lambchop
lamb-chop

Ορισμός και σημασία του "lamb chop"στα αγγλικά

01

παϊδάκι αρνιού, πλευρό αρνιού

a small, tender cut of lamb meat attached to the rib bone, typically taken from the rib, loin, or shoulder
lamb chop definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lamb chops
Παραδείγματα
The chef prepared lamb chops with a mint sauce.
Ο σεφ ετοίμασε παϊδάκια αρνιού με σάλτσα μέντας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store