lake
lake
leɪk
leik
latke

Ορισμός και σημασία του "lake"στα αγγλικά

01

λίμνη

a large area of water, surrounded by land 
lake definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lakes
Παραδείγματα
A small island in the middle of the lake was home to a variety of birds. 

Ένα μικρό νησί στη μέση της λίμνης ήταν το σπίτι μιας ποικιλίας πουλιών.

02

λίμνη, υγρότοπος

any of numerous bright translucent organic pigments 
03

λάκα, μωβ-κόκκινο χρωστική ουσία

a purplish red pigment prepared from lac or cochineal 
04

Η λίμνη Μίσιγκαν, Η λίμνη (στο Σικάγο)

(Chicago, Upper Midwest) Lake Michigan, especially in reference to its shoreline along Chicago 
αργκό
Παραδείγματα
We spent the afternoon swimming at The Lake. 

Περάσαμε το απόγευμα κολυμπώντας στη λίμνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store